The Shadowhunters'Wiki
Advertisement


Εγώ δεν υπήρξα ποτέ. Η Ουράνια Φωτιά καίει ό,τι κακό βρει. Ο Τζέις έζησε από το τραύμα του Ένδοξον επειδή είναι καλός. Είχε αρκετή καλοσύνη μέσα του ώστε να ζήσει. Εγώ όμως γεννήθηκα για να είμαι διεφθαρμένος. Δεν έχω αρκετή καλοσύνη μέσα μου για να ζήσω. Βλέπετε το φάντασμα κάποιου που θα μπορούσε να υπάρξει, αυτό είναι όλο.

–Ο Τζόναθαν μιλάει στην Κλέρι λίγο πριν πεθάνει, Η Πόλη της Ουράνιας Φωτιάς

Ο Σεμπάστιαν Μόργκενστερν, γεννημένος Τζόναθαν Κρίστοφερ Μόργκενστερν, ήταν ο γιος του Βάλενταϊν και της Τζόσλιν και μεγαλύτερος αδελφός της Κλέρι Φέρτσαϊλντ. Ως αποτέλεσμα των πειραμάτων του πατέρα του, ήταν ένας Κυνηγός Σκιών που είχε γεννηθεί με δαιμονικό αίμα. Μετά από μια περίοδο στην Αλικάντε που προσποιούταν ότι ήταν ο Σεμπάστιαν Βέρλακ, αποφάσισε να κρατήσει το όνομα "Σεμπάστιαν" ως μια πράξη αψήφισης προς τους γονείς του, παρ' όλο που ανέκτησε το όνομα "Τζόναθαν" κατά τις τελευταίες του στιγμές χωρίς δαιμονικό αίμα.

Βιογραφία[]

Παιδική ηλικία[]

Ο Τζόναθαν ήταν το πρωτότοκο παιδί του Βάλενταϊν και της Τζόσλιν Μόργκενστερν. Ενώ ήταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας του, ο Βάλενταϊν έδινε δόσεις από το αίμα της Λίλιθ στην Τζόσλιν, ως μέρος των πειραμάτων του. Εξαιτίας αυτού, ο Τζόναθαν γεννήθηκε με μαύρα μάτια και ήταν απόκοσμα ήσυχος σαν μωρό, πράγματα που έκαναν την Τζόσλιν να νιώθει φόβο και απέχθεια για εκείνον. Όσο και να προσπαθούσε η Τζόσλιν δεν μπορούσε να τον δει σαν τίποτα άλλο πάρα μόνο σαν τέρας∙ παρ' όλα αυτά, τον φρόντιζε και προσποιούταν ότι ήταν μια τρυφερή μητέρα αφού κανένας άλλος ανάμεσα στους φίλους και την οικογένειά της δεν έβλεπε κάτι ανησυχητικό πάνω του. Από την άλλη πλευρά, η Λίλιθ έβλεπε τον Τζόναθαν σαν δικό της γιο, οπότε τον παρακολουθούσε συνεχώς και βοηθούσε τον Βάλενταϊν σχετικά με αυτόν.

Μετά την Εξέγερση, ο Βάλενταϊν ένιωσε τόσο προδομένος από την Τζόσλιν και τον παραμπατάι του, τον Λουκ Γκρέιμαρκ, για την ανάμειξη τους στην εναντίωση του Κύκλου, που πήρε τον Τζόναθαν και έφυγε μαζί του. Για να το καταφέρει αυτό, ο Βάλενταϊν προσποιήθηκε τον θάνατο τους καίγοντας το αρχοντικό των Φέρτσαϊλντ με τον Μάικλ Γουέιλαντ και τον γιο του παίρνοντας τις θέσεις τους και μαζί με τους γονείς της Τζόσλιν, Γκράνβιλ και Αντέλ[1]. Από τότε ο Βάλενταϊν μεγάλωνε τον Τζόναθαν σε ένα μικρό εξοχικό σπίτι στην Άιντρις.

Όταν ήταν μικρός, ρώτησε τον Βάλενταϊν για την μητέρα του. Για να τον αποτρέψει από το να κάνει άλλες ερωτήσεις, ο Βάλενταϊν του είπε ότι η μητέρα του τον παράτησε επειδή ήταν τέρας και ότι ποτέ δεν θα επιστρέψει. Ο Βάλενταϊν επέκτεινε την ψυχολογική κακοποίησή του και χειραγώγηση λέγοντας του ότι κανένας εκτός από τον ίδιο δεν θα αγαπούσε ένα τέρας σαν αυτόν∙ κάτι που οδήγησε τον Τζόναθαν σε πιο πολλά ψυχολογικά προβλήματα, κάνοντας τον το "τέρας" που του έλεγε ο Βάλενταϊν.

Ο Τζόναθαν συνέχιζε να εκπαιδεύεται για να γίνει ένας στρατιώτης κατάλληλος για τα σχέδια του Βάλενταϊν σχετικά με το Κονκλάβιο και τους Νεφίλιμ. Διδάχθηκε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά που μια μέρα θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει και τα οποία τα έμαθε χωρίς καμία επαφή με άλλους ανθρώπους, παρά μόνο από τον πατέρα του. Επίσης, διδάχθηκε τις ικανότητες που θα χρειαζόταν για να βοηθήσει τον Βάλενταϊν να νικήσει τους αντιπάλους του. Εκείνη την εποχή ο Βάλενταϊν χτυπούσε τον Τζόναθαν, μαστιγώνοντάς τον στην πλάτη με ένα μαστίγιο από δαιμονικό μέταλλο για να του υπενθυμίζει τους "κινδύνους της υπακοής".

Ως αποτέλεσμα της βίαιης ανατροφής του από τον Βάλενταϊν, καθώς επίσης και του δαιμονικού αίματός του, ο Τζόναθαν έγινε ένας ψυχρός, άκαρδος και αιμοβόρος ψυχοπαθής∙ ακόμη πιο γρήγορος, δυνατός και φονικός από το άλλο πείραμα του πατέρα του, τον Τζέις. Αυτό, και διάφορες άλλες συζητήσεις όπου ο Βάλενταϊν δηλητηρίαζε το μυαλό του, σε συνδυασμό με τις δικές του απόψεις σχετικά με την δαιμονική του φύση, καθόρισαν την στάση του Τζόναθαν για την ζωή και τους ανθρώπους για την υπόλοιπη ζωή του.

Ενώ ο Τζόναθαν μεγάλωνε με την βοήθεια του πατέρα του σε απομόνωση, ήξερε για το άλλο αγόρι (που ονομαζόταν και εκείνο Τζόναθαν) που ο Βάλενταϊν φρόντιζε και μεγάλωνε για τους ίδιους σκοπούς. Σε αντίθεση με το άλλο αγόρι, εκείνος ήξερε πολύ καλά τα σχέδια του πατέρα του, αφού του τα είχε αποκαλύψει όλα, και ήξερε μέχρι και πότε το άλλο αγόρι τελικά απογοήτευσε τον Βάλενταϊν τόσο που τον έδιωξε. Παρ' όλο που ήξερε ότι και ο Τζέις ήταν υποκείμενο πειράματος, σε αυτήν την περίπτωση με αγγελικό αίμα, δεν εντυπωσιάστηκε με εκείνον και τον έβλεπε μόνο σαν τον ψεύτικο γιο του πατέρα του. Ένας ανταγωνιστής για την αποδοχή και προσοχή του κοινού πατέρα τους.

Όταν ο Βάλενταϊν έφευγε για να περάσει χρόνο με τον Τζέις, ένας μοναχικός και νευρικός Τζόναθαν τακτικά ξεγελούσε τον πατέρα του με το να ανακατεύει τα χαρτιά του Βάλενταϊν, να του κρύβει το αγαπημένο του ραβδί και μαθαίνοντας στον Χούγκιν και τον Μούνιν πώς να σκίζουν τα ρούχα των ανθρώπων και να τους βγάζουν τα καπέλα. Αυτά εκνεύριζαν τον Βάλενταϊν αλλά ένιωθε τουλάχιστον ανακουφισμένος που δεν έκανε κάτι πιο καταστροφικό.[2]

Θανάσιμος Πόλεμος[]

Το 2007, αφού ο Βάλενταϊν αποκάλυψε τελικά στον κόσμο των Κυνηγών Σκιών ότι ήταν ζωντανός, τα σχέδιά τους τέθηκαν σε κίνηση, όπως και ο ρόλος του Τζόναθαν. Ο Τζόναθαν πήγε στο Παρίσι και σταμάτησε τον Σεμπάστιαν Βέρλακ, ο οποίος πήγαινε στην Αλικάντε για να εκπροσωπήσει το Ινστιτούτο του. Αφού έκανε παρέα για λίγο στο αγόρι, ο Τζόναθαν τον σκότωσε, έβαψε τα μαλλιά του μαύρα και έκλεψε την ταυτότητά του.

Βοηθημένος με το γεγονός ότι οι Πένχαλοου δεν είχαν δει τον ξάδερφό τους, Βέρλακ, τόσο καιρό, ο "Σεμπάστιαν" μπόρεσε εύκολα να ξεγελάσει την οικογένεια για να τον φιλοξενήσουν κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Αλικάντε. Λίγο αργότερα, οι Λάιτγουντ έφτασαν για να μείνουν και αυτοί στους Πένχαλοου. Ως Σεμπάστιαν, ήταν εύκολο να πλησιάσει τόσο την αδερφή του, την Κλέρι, όσο και τους Λάιτγουντ, με εξαίρεση τον Τζέις, ο οποίος ήταν μνησίκακος απέναντι στο καινούργιο αγόρι. Έκανε φίλη και φλέρταρε την Κλέρι, προσφέροντάς της να τη βοηθήσει να αναζητήσει τη θεραπεία για την Τζόσλιν, πηγαίνοντάς την στον Ρέινορ Φελ και στο αρχοντικό των Φέρτσαϊλντ, και κάποια στιγμή τη φίλησε.

Για να προχωρήσουν επιτέλους με το σχέδιό τους, ο Σεμπάστιαν ανέβηκε τελικά στους δαιμονικούς πύργους της Αλικάντε και χρησιμοποίησε το δαιμονικό του αίμα για να απενεργοποιήσει τις άμυνες, επιτρέποντας έτσι στις δαιμονικές ορδές του Βάλενταϊν να διεισδύσουν και να τρομοκρατήσουν την πόλη. Μόλις το πέτυχε αυτό, ο Σεμπάστιαν άφησε το προσωπείο του και ενώθηκε με τους δαίμονες στις δολοφονίες τους. Επέστρεψε στο σπίτι των Πένχαλοου και προσπάθησε να σκοτώσει την Ίζαμπελ Λάιτγουντ, παρ'όλο που είχε δείξει μια συμπάθεια για εκείνην, και πέτυχε να δολοφονήσει βάναυσα τον μικρότερο αδελφό της, τον Μαξ.

Την στιγμή που ο προδότης πρώην μέντορας των Λάιτγουντ, ο Χοτζ Στάρκγουεδερ, θα έλεγε στον Τζέις, την Κλέρι και τον Άλεκ την τοποθεσία του Θανάσιμου Καθρέφτη, ο Σεμπάστιαν τον σκότωσε. Κουρασμένος με την μεταμφίεση του, τους αποκάλυψε ότι ήταν κατάσκοπος του Βάλενταϊν. Οι τρεις τους (και μετά από λίγο και ο βρικόλακας φίλος τους, ο Σάιμον Λιούις) εμπλέχτηκαν σε μια μάχη μαζί του∙ ο Σεμπάστιαν τους νίκησε με λίγη προσπάθεια, κάτι που ξάφνιασε ακόμη και τον Τζέις, αλλά υποχώρησε πριν η μάχη γίνει χειρότερη.

Τον εντόπισε ο Τζέις λίγο αργότερα. Αυτός και ο Τζέις έδωσαν μια θηριώδη μάχη ενώ η υπόλοιπη Άιντρις πολέμησε ενάντια στις δαιμονικές ορδές του Βάλενταϊν. Η Ίζαμπελ έφτασε την τελευταία στιγμή και έκοψε το χέρι του Τζόναθαν με το μαστίγιό της, δίνοντας την ευκαιρία στον Τζέις να τον μαχαιρώσει θανάσιμα στην πλάτη με ένα στιλέτο, σπάζοντας τη σπονδυλική στήλη του δαιμονικού αγοριού και ταυτόχρονα διεισδύοντας στην καρδιά του. Το σώμα του έπεσε στο ποτάμι.[1]

Τελετουργικό της Λίλιθ[]

Έχοντας παρακολουθήσει την ανάσταση του Τζέις από τον άγγελο Ραζιήλ, η Λίλιθ, γνωρίζοντας ότι το γεγονός προκάλεσε ανισορροπία μεταξύ της ζωής και του θανάτου, το είδε σαν ευκαιρία για να φέρει πίσω τον "παρένθετο γιο" της.

Με το να χειραγωγήσει και να παραπλανήσει τον Τζέις, η Λίλιθ μπόρεσε να εκτελέσει ένα τελετουργικό διδυμοποίησης που "έδεσε" τον Τζέις και τον Σεμπάστιαν σε μια δαιμονική μορφή του δεσμού των παραμπατάι, με τον Σεμπάστιαν να είναι ο κυρίαρχος του ζευγαριού, ακόμη και στο θάνατο. Αργότερα έστησε ένα τελετουργικό ανάστασης για την αναβίωση του Σεμπάστιαν, με την Κλέρι να είναι παρούσα ως διαπραγματευτικό χαρτί κατά του Τζέις και του Ημεροβάτη Σάιμον, του οποίου τη δύναμη χρειαζόταν άμεσα για την επιστροφή του Σεμπάστιαν. Παρ όλο που η Λίλιθ δεν μπόρεσε να τελειώσει το τελετουργικό επειδή ηττήθηκε από το Σημάδι του Κάιν που είχε ο Σάιμον, ένας απρόθυμος Τζέις, λόγω της νέας του σχέσης με τον Σεμπάστιαν, αναγκάστηκε να ολοκληρώσει το τελετουργικό του. Αφού ολοκληρώθηκε το τελετουργικό και ο Σεμπάστιαν ξαναζωντάνεψε, έφυγε από τη Νέα Υόρκη με τον Τζέις, ο οποίος ήταν τώρα υπό την επιρροή της τελετουργίας και δεν χρειάστηκε να αναγκαστεί να συνεργαστεί με τον Σεμπάστιαν. Ο δαιμονικός δεσμός εκμεταλλευόταν τις πιο σκοτεινές παρορμήσεις του Τζέις, αφήνοντάς τον υπό τον έμμεσο έλεγχο του Σεμπάστιαν.[3]

Δαιμονικό Κύπελλο[]

Για εβδομάδες, αρκετές ομάδες από Κυνηγούς των Σκιών στάλθηκαν από το Κονκλάβιο για να αναζητήσουν τον Σεμπάστιαν και τον Τζέις, πιστεύοντας ότι ο Τζέις ήταν αιχμάλωτος του Σεμπάστιαν. Μετά από δύο εβδομάδες μάταιης αναζήτησης, το Κονκλάβιο αποφάσισε να μειώσει τον αριθμό των προσπαθειών τους για τον εντοπισμό του Τζέις και του Σεμπάστιαν, και αντίθετα επικεντρώθηκε στην αποκατάσταση των αμυνών που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του Θανάσιμου Πολέμου.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αυτός και ο Τζέις έμεναν στο διάστατο διαμέρισμα του Βάλενταϊν, κινούμενοι μεταξύ κόσμων και χωρών με άνεση, ενώ ο Σεμπάστιαν εκπλήρωνε καθήκοντα ως μέρος του σχεδίου του. Τελικά, οι δυο τους επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη, πιο συγκεκριμένα στο Ινστιτούτο για να πάρουν μερικά βιβλία σχετικά με τις επικλήσεις δαιμόνων. Στη συνέχεια πήγαν και οι δύο εκεί όπου έμενε η Κλέρι για να την πείσουν να συμμετάσχει μαζί τους. Κατά τη διάρκεια της πρώτης νύχτας, πιάστηκαν από τη Τζόσλιν και ο Σεμπάστιαν κατέληξε να τραυματίσει θανάσιμα τον αρραβωνιαστικό της, τον Λουκ. Παρ' όλο που έπρεπε να φύγουν, η Κλέρι αργότερα συμφώνησε να πάει μαζί τους, αλλά μόνο επειδή σκόπευε να κατασκοπεύσει τον Σεμπάστιαν.

Ενώ η Κλέρι έμενε μαζί τους, ο Σεμπάστιαν ήλπιζε ότι η αδερφή του ήταν πραγματικά στο πλευρό τους, αλλά εξακολουθούσε να έχει τις επιφυλάξεις του. Παρ 'όλα αυτά, ο Σεμπάστιαν προσπάθησε να την πλησιάσει, λέγοντάς της ψέματα για το σχέδιό τους, κάνοντάς την να πιστέψει ότι ήθελε να σώσει τον κόσμο, σε μια προσπάθεια να κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Τελικά, ο Σεμπάστιαν άρχισε να φλερτάρει με την Κλέρι, προς μεγάλη αηδία της κοπέλας. Επίσης, η Κλέρι σύντομα ανακάλυψε τις πραγματικές του προθέσεις. Όταν έμαθε ότι τον κατασκόπευε, προσπάθησε να τη βιάσει, καθιστώντας σαφές ότι ήθελε να είναι με την Κλέρι καθώς ήταν οι τελευταίοι από τους Μόργκενστερν. Ο Σεμπάστιαν αποκάλυψε επίσης ότι ήξερε ότι η Κλέρι επικοινωνούσε με τους φίλους της μέσω των δαχτυλιδιών των νεραϊδών και ότι, στην πραγματικότητα, χρησιμοποιούσε και εκείνος το ίδιο δαχτυλίδι, χωρίς να το γνωρίζει η Κλέρι, για να επικοινωνήσει με τη βασίλισσα των Σίιλι. Παρ 'όλα αυτά, η Κλέρι είχε προλάβει να επικοινωνήσει με τους φίλους της για να τους πει για τα σχέδια του Σεμπάστιαν στην Έβδομη Ιερή τοποθεσία στο Μπάρεν στην Ιρλανδία.

Τελικά, ο Σεμπάστιαν μπόρεσε να συγκεντρώσει αρκετούς συμμάχους και εφόδια και τελικά δημιούργησε το Δαιμονικό Κύπελλο. Στο Μπάρεν, κάλεσε τη Λίλιθ και δημιούργησε τους Σκοτεινούς Κυνηγούς Σκιών με το Κύπελλο, σκοπεύοντας να μετατρέψει και την Κλέρι. Αλλά, πριν προλάβει να μετατρέψει κάθε έναν από τους οπαδούς του, οι δυνάμεις του Κονκλαβίου έφτασαν στο Μπάρεν και τον σταμάτησαν. Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο σκοτεινός δεσμός του και η επιρροή του στον Τζέις κόπηκε από την Ουράνια Φωτιά του Ένδοξον. Ο καινούργιος στρατός του Σεμπάστιαν ελαττώθηκε, εκτός από λίγους που επέζησαν και υποχώρησαν μαζί του.

Η τελευταία κίνηση του Σεμπάστιαν ήταν να στείλει ένα ζευγάρι κομμένων φτερών αγγέλου στο Ινστιτούτο της Νέας Υόρκης με το μήνυμα "Έρχομαι", γραμμένο στο πάτωμα με το αίμα του αγγέλου.[4]

Σκοτεινός Πόλεμος[]

Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο Σεμπάστιαν ξεκίνησε μια σειρά επιθέσεων σε Ινστιτούτα όλου του κόσμου, κατά τη διάρκεια των οποίων κατάφερε να μετατρέψει εκατοντάδες Κυνηγούς Σκιών σε Σκοτεινούς. Η έκτη επίθεσή του ήταν στο Ινστιτούτο του Λος Άντζελες, όπου μεταμόρφωσε τους περισσότερους κατοίκους, συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλή του Ινστιτούτου, Άντριου Μπλάκθορν και την καθηγήτρια, Κατερίνα, καθώς και απήγαγε τον μισό-Σίιλι, μισό Κυνηγό Σκιών, Μαρκ Μπλάκθορν. Μέσα στο χάος, μαχαιρώθηκε στην καρδιά από την Έμμα Κάρστερς, αλλά λόγω των νέων δυνάμεών του, που του χάρισε η «μητέρα» του, η Λίλιθ, κατάφερε να φύγει αλώβητος.

Πριν από αυτό, ο Σεμπάστιαν είχε συνάψει μια μυστική συμμαχία με τις νεράιδες και την βασίλισσα των Σίιλι, με την οποία είχε ερωτική σχέση, και έτσι είχε την υποστήριξή τους κατά τη διάρκεια των επιθέσεων. Εκτός από αυτό, ο εκπρόσωπος των νεραϊδών στο Συμβούλιο, ο Μέλιορν, κατασκόπευε το Κονκλάβιο γι' αυτόν.

Μετά από μια αποτυχημένη επίθεση στο Ινστιτούτο του Λονδίνου, λόγω της προστασίας ενός φαντάσματος, ο Σεμπάστιαν δολοφόνησε όλους τους λυκάνθρωπους στα κεντρικά γραφεία της Εστίας των Πραιτόρων και έπειτα έκαψε το κτίριο. Πριν φύγει, μαχαίρωσε τον Τζόρνταν Κάιλ μπροστά στην κοπέλα του, την Μάγια Ρόμπερτς, ως μήνυμα προς τα υπόλοιπα Πλάσματα του Σκότους ότι αν συμμαχούσαν με τους Νεφίλιμ, θα είχαν την ίδια μοίρα με τους λυκάνθρωπους των Πραιτόρων.

Οι επιθέσεις του Σεμπάστιαν στα Ινστιτούτα ανάγκασαν το Κονκλάβιο να καλέσει όλους τους Κυνηγούς Σκιών να υποχωρήσουν στην Αλικάντε. Λίγο μετά την άφιξή τους, ο Σεμπάστιαν επιτέθηκε στο Αδαμάντινο Φρούριο ως τέχνασμα όχι μόνο για να αναγκάσει τους Κυνηγούς Σκιών να βγουν έξω και να τους αποσπάσει από τον πραγματικό του στόχο, αλλά και να δει τι είδους δυνάμεις θα μπορούσε να στείλει το Κονκλάβιο με έγκαιρη προειδοποίηση. Ήταν επίσης μια δικαιολογία για να δει την Κλέρι και τον Τζέις. Το σχέδιό του τελικά πέτυχε και θα είχε κερδίσει εναντίον των πολεμιστών του Κονκλαβίου, αλλά η Ουράνια Φωτιά του Τζέις τραυμάτισε τον Σεμπάστιαν στο χέρι και τον ανάγκασε να υποχωρήσει την τελευταία στιγμή.

Αργότερα, επισκέφτηκε την Κλέρι στο σπίτι της Άματις στην Άιντρις, όπου της έκανε για άλλη μια φορά κάποιες σεξουαλικές προτάσεις αλλά και της είπε ότι ήταν πρόθυμος να συνάψει εκεχειρία μαζί της, με την προϋπόθεση να του ορκιστεί στο όνομα του Άγγελου Ραζιήλ την αφοσίωσή και πίστη της προς αυτόν. Η απόπειρα σεξουαλικής επίθεσής του σταμάτησε για άλλη μια φορά από τον Τζέις, τον οποίο ο Σεμπάστιαν φοβόταν κρυφά λόγω της Ουράνιας Φωτιάς στις φλέβες του.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, συγκέντρωσε τις δυνάμεις του στην Εδώμ με τη βοήθεια της Αυλής των Σίιλ και προετοίμασε την επίθεσή του εναντίον της Αλικάντε. Κατάφεραν επίσης να απαγάγουν τους εκπροσώπους των Πλασμάτων του Σκότους: τον Μάγκνους Μπέιν, τον Ραφαέλ Σαντιάγο και τον Λουκ Γκάρογουεϊ προκειμένου να προκαλέσει μεγαλύτερη ένταση στις σχέσεις των Πλασμάτων του Σκότους με τους Νεφίλιμ. Επίσης, από το δείπνο απήγαγαν και την μητέρα του, την Τζόσλιν, την οποία χρησιμοποίησε ως ένα διαπραγματευτικό χαρτί εναντίον της Κλέρι, καθώς και για να ξεσπάσει τον συσσωρευμένο του θυμό στην μητέρα του που τον εγκατέλειψε ως μωρό.

Ενώ η Κλέρι, ο Τζέις, ο Άλεκ, ο Σάιμον και η Ίζαμπελ κατάφεραν να εντοπίσουν τον Σεμπάστιαν στην Εδώμ, αφού πρώτα εξαπάτησαν την Βασίλισσα των Σίιλι να τους αφήσει να χρησιμοποιήσουν το μονοπάτι που οδηγούσε από την Νεραϊδοχώρα στην Εδώμ, ο Σεμπάστιαν έστειλε μερικές δυνάμεις από τους Σκοτεινούς του και μερικούς από τους Σίιλι στρατιώτες της Βασίλισσας να επιτεθούν στην Αλικάντε ενώ ο ίδιος περίμενε την αδερφή του.

Όταν η Κλέρι και οι φίλοι της μπήκαν στο οχυρό του, ξεγελάστηκε από το σχέδιο της Κλέρι όταν προσποιήθηκε ότι συμφώνησε να κυβερνήσει στο πλευρό του. Εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι ήθελε να τη φιλήσει μπροστά σε όλους τους μάρτυρες, για να τον πλησιάσει αρκετά και να τον μαχαιρώσει με το σπαθί της, τον Εωσφόρο, το οποίο, εν αγνοία του Σεμπάστιαν, είχε διαποτισθεί με την Ουράνια Φωτιά του Τζέις.

Θάνατος[]

Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ τόσο... ελαφρύς.

–Τζόναθαν Μόργκενστερν, Πόλη της Ουράνιας Φωτιάς

Αφού μαχαιρώθηκε από την Κλέρι με τον Εωσφόρο (ο οποίος είχε την Ουράνια Φωτιά μέσα του), το δαιμονικό αίμα κάηκε από το σώμα του και μαζί του η προσωπικότητα του "Σεμπάστιαν", αφήνοντας μόνο το μικρό κομμάτι του Τζόναθαν που έμεινε αδιάφθορο από το αίμα της Λίλιθ. Δυστυχώς, δεν υπήρχε αρκετό "καλό" μέσα του για να τον κρατήσει ζωντανό για πολύ. Ωστόσο, με την επιρροή του δαιμονικού αίματος να έχει φύγει από το σώμα του, τα μάτια του πήραν το φυσικό τους πράσινο χρώμα και επέμεινε στην αδερφή του να τον αποκαλεί με το πραγματικό του όνομα, Τζόναθαν, καθώς ο «Σεμπάστιαν» δεν υπήρχε πλέον ως κάτι περισσότερο από μια φρικιαστική ανάμνηση. Σε εκείνες τις τελευταίες σύντομες στιγμές, η Κλέρι και η Τζόσλιν είδαν πως θα ήταν ο πραγματικός Τζόναθαν αν ο Βάλενταϊν δεν είχε πειραματιστεί ποτέ επάνω του∙ ένας ευγενικός και τρυφερός άνθρωπος, βαθιά μετανιωμένος για τις πράξεις του. Ως κάποιος που, για πρώτη φορά από τη γέννησή του, βίωσε τελικά τη ζωή χωρίς το βάρος του δαιμονικού αίματος μέσα του, εξέφρασε την απογοήτευσή του για το ότι δεν μπόρεσε ποτέ να ζήσει αληθινά και αντίθετα προκάλεσε καταστροφή και πόνο.

Παρ 'όλα αυτά, ο Τζόναθαν ήξερε ότι δεν μπορούσε να τους βοηθήσει να βγουν από την Εδώμ, αφού είχε ήδη σφραγίσει όλες τις πύλες χωρίς κανέναν τρόπο διαφυγής από το βασίλειο, αλλά έκανε ό, τι μπορούσε οπότε διέταξε τους Σκοτεινούς να κάνουν πίσω, και συμβούλεψε τον Τζέις για το πως να καταστρέψει τους υπόλοιπους Σκοτεινούς, ώστε να μην μπορούν να σκοτώσουν την Κλέρι, τον Τζέις και τους φίλους τους μετά το θάνατό του, μετά τον οποίο δεν θα υπήρχε πλέον τίποτα για να τους συγκρατήσει. Με θλίψη και μετάνοια ενημέρωσε την Σκοτεινή Κυνηγό, Άματις, και τους υπόλοιπους Σκοτεινούς ότι λυπόταν που τους δημιούργησε και ότι δεν έπρεπε ποτέ να το κάνει. Με βάση τις οδηγίες του, ο Τζέις κατέστρεψε το Δαιμονικό Κύπελλο και μαζί με αυτό τους Σκοτεινούς Κυνηγούς της Εδώμ και της Αλικάντε, ελευθερώνοντας έτσι και το πνεύμα τους από την διαφθορά του Κυπέλλου. Ο Τζόναθαν τελικά πέθανε στην αγκαλιά της μητέρας του και το σώμα του πήγε πίσω στην Αλικάντε από τον Ασμόδαιο, μαζί με την Τζόσλιν και έναν παρηγορητικό Λουκ.

Το σώμα του κάηκε στη συνέχεια από τους Νεφίλιμ, εν μέρει από σεβασμό στα ζωντανά μέλη της οικογένειάς του, αλλά κυρίως για να βεβαιωθούν ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στη ζωή για δεύτερη φορά. Οι στάχτες του και το δαχτυλίδι των Μόργκενστερν τοποθετήθηκαν σε ένα ασημένιο κουτί, σχεδόν ακριβώς ή ακριβώς εκείνο που χρησιμοποιούσε η Τζόσλιν για να κρατήσει αναμνηστικά του, τα οποία πήρε η Κλέρι και σκόρπισε στα νερά της λίμνης Λιν, με δάκρυα στα μάτια.[5]

Εν αγνοία πολλών, η Βασίλισσα γέννησε ένα παιδί που δημιουργήθηκε από την ένωσή τους.[6] Περίπου πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Σπειροειδής Λαβύρινθος είπε στο Κονκλάβιο για ένα όπλο,[6] ένα "που άφησε ο Σεμπάστιαν" στην Αυλή των Σίιλι,[7] στο οποίο είχε πρόσβαση ο Βασιλιάς των Μη-Σίιλι. Το όπλο ήταν ο γιος τους, τον οποίο η Βασίλισσα ονόμασε Ας, και για τον οποίο ο Βασιλιάς ήλπιζε να γίνει μια μέρα ικανός να ανατρέψει τις δυνάμεις των Κυνηγών των Σκιών και τελικά να τους καταστρέψει όλους.[6]

Προσωπικότητα και χαρακτηριστικά[]

CJ Jonathan 03.jpg

Ως αποτέλεσμα του δαιμονικού αίματος που είχε μέσα του λόγω των πειραμάτων και της σκληρής ανατροφής του από τον Βάλενταϊν, ο Σεμπάστιαν μεγαλώνοντας έγινε ένας ψυχρός, άκαρδος και αιμοδιψής ψυχοπαθής.

Ήταν ένας μετρ στο να χειραγωγεί και να λέει ψέματα, όπως ακριβώς σαν τον πατέρα του. Είχε εκπαιδευτεί να γίνει ένας αποτελεσματικός κατάσκοπος, ακόμη και χαρισματικός και γοητευτικός όταν χρειαζόταν, όπως και έκανε όταν παρίστανε ότι ήταν ο Σεμπάστιαν Βέρλακ. Ήταν ικανός να κρατήσει το προσωπείο ενός ήρεμου, αφελούς, εξυπηρετικού, αστείου και γενικά καλού παιδιού (χαρακτηριστικά που "αντέγραψε" από τον αληθινό Σεμπάστιαν την ημέρα που τον γνώρισε και σκότωσε) τόσο πειστικά που κανένας δεν τον υποψιάστηκε μέχρι που ήταν πολύ αργά. Παρ' όλα αυτά, ο Σεμπάστιαν ήταν εντελώς σκληρός, εκδικητικός και αλαζονικός μέσα του, δείχνοντας απολύτως κανένα αίσθημα συμπάθειας ή συμπόνιας προς κανέναν, εξαιρουμένης της αδερφής του, της Κλέρι, και παραδόξως και του Βάλενταϊν, παρ' όλο που τον ανέθρεψε με βιαιότητα.

Όπως ο Βάλενταϊν, ήταν επίσης αφοσιωμένος σε έναν σκοπό και έναν στόχο, παρακινούμενος μόνο από τις εγωιστικές του επιθυμίες. Στην δικιά του περίπτωση, το κύριο κίνητρό του ήταν η επιθυμία να κυβερνήσει τον κόσμο μόνο με την αδερφή του και τον "αδελφό" του και να μην μείνει εντελώς μόνος ως παρίας. Η Κλέρι παρατήρησε ότι κάτω από το απέραντο κενό του κακού, ήταν ένα εξαιρετικά μοναχικό άτομο που ήθελε παρέα και αγάπη, αλλά δεν είχε ιδέα ότι αυτά τα πράγματα πρέπει να κερδηθούν και όχι να εξαναγκαστούν σε ένα άτομο.

Όλα αυτά, όμως, οφείλονταν κυρίως στην επίδραση του δαιμονικού αίματος μέσα του, επιδεινωμένο από την ανατροφή του Βάλενταϊν. Ακόμη και ο ίδιος ο Σεμπάστιαν είχε συζητήσει το ενδεχόμενο ότι ίσως να κατέληγε διαφορετικά αν τον είχε μεγαλώσει η Τζόσελιν αντί ο Βάλενταϊν.

Εντούτοις, αφού η Ουράνια Φωτιά έκαψε το κακό μέσα του, ο "Τζόναθαν" εξέφρασε έντονα συναισθήματα μετάνοιας για τις φρικτές πράξεις που έκανε ως Σεμπάστιαν. Με τις δυνάμεις που του απέμειναν, έκανε ό, τι μπορούσε για να επανορθώσει ζητώντας συγγνώμη για όλο το κακό που είχε κάνει και σώζοντάς τους από τον θάνατο στα χέρια των Σκοτεινών. Παρά την επίδραση του αίματος της Λίλιθ στις σκέψεις και τις πράξεις του ως Σεμπάστιαν, ο Τζόναθαν εξακολουθούσε να αισθάνεται προσωπικά υπεύθυνος για όλες τις καταστροφές, τόσο στους θανάτους όσο και στον συναισθηματικό πόνο που προκλήθηκε από τις πράξεις του. Εξέφρασε την ενοχή του για όλα τα δεινά που υπέστη η αδερφή του και κυρίως η μητέρα του, αναγνωρίζοντας τελικά τη Τζόσλιν ως μητέρα του και ζητώντας συγχώρεση για τις πράξεις του. Παρά τον σίγουρο θάνατό του, ανακουφίστηκε πάρα πολύ που απαλλάχθηκε από τον εφιάλτη που έπρεπε να υπομείνει κάτω από τη μόλυνση του δαιμονικού αίματος, ενώ τα τελευταία του λόγια ήταν ότι ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο ελαφρύς.

Εξωτερική εμφάνιση[]

Codex JonathanM.jpg

Ο Σεμπάστιαν είχε πάρει από τον πατέρα του εμφανισιακά, μοιάζοντας πολύ σαν ένας νεαρός Βάλενταϊν. Ήταν ψηλός, μυώδης και είχε μια ελαφρώς λεπτή φιγούρα. Είχε ξανθά πλατινέ μαλλιά, που έδιναν στο δέρμα του λίγο χρώμα, και πολύ σκούρα μαύρα μάτια. Είχε ένα χλωμό, κομψό και αεικίνητο πρόσωπο με ψηλά ζυγωματικά. Ο Σεμπάστιαν είχε επίσης κληρονομήσει τα λεπτά και κομψά χέρια της Τζόσλιν και τις μακριές βλεφαρίδες της. Η πλάτη του είχε λωρίδες με ανόμοια σημάδια, λόγω των συνεχών μαστιγωμάτων από τον πατέρα του.

Ενώ παρίστανε ότι ήταν ο Σεμπάστιαν Βέρλακ, είχε βάψει τα μαλλιά του μαύρα για να του μοιάζει πιο πολύ και που, σύμφωνα με την Κλέρι, δεν του πήγαιναν τόσο πολύ όσο το πραγματικό χρώμα μαλλιών του.

Όταν μαχαιρώθηκε με τον Εωσφόρο και η Ουράνια Φωτιά έκαψε το δαιμονικό αίμα μέσα του, η εμφάνισή του και η νοοτροπία του άλλαξαν στο πώς θα ήταν αν ο Βάλενταϊν δεν είχε πειραματιστεί ποτέ επάνω του: τα χαρακτηριστικά του ήταν πιο απαλά, το "σατανικό του χαμόγελο" είχε εξαφανιστεί και τα μάτια του άλλαξαν από μαύρα σε πράσινα (το ίδιο χρώμα με της Τζόσλιν).

Ικανότητες[]

Φυσιολογία των Νεφίλιμ: Όντας Νεφίλιμ, ο Σεμπάστιαν διέθετε μια ποικιλία ενισχυμένων σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων που του παραχωρήθηκαν από το αγγελικό αίμα του Ραζιήλ που βρισκόταν στις φλέβες του και, επίσης, από τα αγγελικά Σημάδια του Γκρίζου Βιβλίου. Αυτό περιελάμβανε ενισχυμένη δύναμη, ευκινησία, αντοχή και συντονισμό, τα οποία μόνο βελτιώθηκαν με την πάροδο του χρόνου και της εξάσκησης.

Δαιμονική ενδυνάμωση αίματος: Το γεγονός ότι ο Σεμπάστιαν είχε επίσης δαιμονικό αίμα, εκτός από το αίμα του αγγέλου, που εξήχθη απευθείας από τη Λίλιθ ως αποτέλεσμα των πειραμάτων του Βάλενταϊν, συνέβαλε στην υπεροχή του έναντι των κανονικών Κυνηγών Σκιών. Ωστόσο, αυτό όχι μόνο τον έκανε πιο δυνατό σωματικά, αλλά και ο Σεμπάστιαν έγινε σχεδόν καθαρά δαιμονικός και μόλυνε το μυαλό και την ψυχή του εξαιτίας αυτής της δαιμονικής επιρροής.

Χρήση ουράνιων όπλων: Ως Νεφίλιμ, ο Σεμπάστιαν μπορούσε επίσης να χειριστεί τα ουράνια όπλα με αποτελεσματικότητα, καθώς αυτό κανονικά δεν θα λειτουργούσε για τα άλλα είδη. Συγκεκριμένα, αυτά τα όπλα ήταν κατασκευασμένα από αδάμα και σφυρηλατούνταν από τις Σιδηρές Αδερφές, όπως οι λεπίδες σεράφ.

Ρουνική μαγεία: Λόγω του αίματος του Αγγέλου Ραζιήλ στις φλέβες του, αυτός, όπως όλοι οι Κυνηγοί Σκιών, μπορούσε να χρησιμοποιήσει ρούνους στο δέρμα του χωρίς κίνδυνο. Αυτά τα Σημάδια, με τη σειρά τους, έδιναν ποικίλα αποτελέσματα που ωφελούσαν τον χρήστη.

Μαγεία: Και ο Σεμπάστιαν και ο Βάλενταϊν ασκούσαν σκοτεινή μαγεία.

Άριστος πολεμιστής: Εκπαιδευμένος από τα νιάτα του, ο Σεμπάστιαν ήταν ένας πολύ έμπειρος και επιδέξιος μαχητής και ξιφομάχος, σε σημείο που κατάφερνε να κερδίσει ακόμη και τον Τζέις σε πολλές μάχες.

Υπάρχοντα[]

Οικογενειακό δαχτυλίδι των Μόργκενστερν: Ένα τυπικό δαχτυλίδι των Μόργκενστερν που πήρε ο Σεμπάστιαν από τον πατέρα του.

Φαεσφώρος: Ένα οικογενειακό σπαθί των Μόργκενστερν που κάποτε ανήκε στον Βάλενταϊν. Είναι μέρος ενός ζευγαριού, μαζί με το κοντό σπαθί τον Εωσφόρο, και είναι το μεγαλύτερο από τα δύο.

Δαχτυλίδι τηλεμεταφοράς: Ένα μαγικό ασημένιο δαχτυλίδι που χρησιμοποιείται για στιγμιαία ταξίδια και που κάποτε ανήκε στον Βάλενταϊν.

Ένα ασημένιο βραχιόλι που έγραφε "Acheronta Movebo", το οποίο σημαίνει "Θα ξεσηκώσω την Κόλαση", προέρχεται από τον Βιργίλιο: "Flectere si nequeo superos, Acheronta movebo", που σημαίνει "Αν δεν μπορώ να φτάσω τον Παράδεισο, θα ξεσηκώσω την Κόλαση".

Σχέσεις[]

Σύμμαχοι[]

Πάρε το Λονδίνο, αγάπη μου, και λούσε το στο αίμα. Είναι το δώρο σου από μένα.

–Η Βασίλισσα των Σίιλι, Πόλη της Ουράνιας Φωτιάς

Η Βασίλισσα των Σίιλι πάντα έδειχνε ένα ενδιαφέρον για τον Σεμπάστιαν και το είχε καταστήσει πολύ σαφές. Κάποια στιγμή είχε βάλει τον ιππότη της, τον Μέλιορν, να πει στον Σεμπάστιαν ότι θα σταθεί μαζί του στη μάχη του εναντίον των Νεφίλιμ, πιστεύοντας πραγματικά ότι η πλευρά του θα κερδίσει. Λίγο μετά την συνεργασία τους άρχισαν να έχουν σεξουαλικές επαφές αν και, πέρα από την συμμαχία τους και την σεξουαλική τους σχέση, κανένας από τους δύο το έπαιρνε στα σοβαρά. Η Βασίλισσα των Σίιλι επίσης πίστευε ότι ήταν "εραστές", αλλά και οι δύο κρατούσαν ένα μαχαίρι πίσω από την πλάτη του άλλου έτοιμοι για προδοσία. Επιπλέον, ο Σεμπάστιαν σχεδίαζε ακόμη και να προδώσει τη Βασίλισσα των Σίιλι και τον λαό της και να τους καταστρέψει αφού είχε γίνει αρκετά δυνατός, όπως σωστά επεσήμανε η Τζόσλιν όταν ήταν αιχμάλωτή του. Είναι άγνωστο αν ο Σεμπάστιαν γνώριζε ότι η Βασίλισσα ήταν έγκυος με το παιδί του.

Δεν είσαι η μητέρα μου. Έλα. Κοίτα αυτό. Άσε με να σου δείξω τι μου έχει δώσει τη δύναμη να κάνω η αληθινή μου μητέρα.

–Ο Σεμπάστιαν ανταγωνίζεται την Τζόσλιν, Πόλη της Ουράνιας Φωτιάς

Η Λίλιθ ήταν η πηγή του δαιμονικού αίματος που έρεε στις φλέβες του Σεμπάστιαν. Έτσι, με κάποιο διαστρεβλωμένο τρόπο, η Λίλιθ θεωρούσε τον Σεμπάστιαν δικό της παιδί και τον εαυτό της ως την αληθινή του μητέρα∙ τον παρακολουθούσε και τον πρόσεχε καθώς μεγάλωνε. Όταν ο Σεμπάστιαν νικήθηκε από τον Τζέις στη μάχη, κατά τη διάρκεια του Θανάσιμου Πολέμου, πήρε το σώμα του και αργότερα έφτασε στα άκρα για να τον αναστήσει. Μετά την ανάστασή του, ο Σεμπάστιαν άρχισε να την αποδέχεται ανοιχτά ως μητέρα του και να μοιράζεται τις απόψεις της, λέγοντας αργότερα με κακεντρέχεια στην Τζόσλιν για την απίστευτη δύναμη που μπορούσε να του δώσει η "πραγματική μητέρα" του.

Οικογένεια[]

Tarot Rings 7.jpg

Γιατί εμείς μοιάζουμε! Είσαι δική μου. Πάντα ήσουν δική μου.

–Ο Σεμπάστιαν στην Κλέρι, Πόλη της Ουράνιας Φωτιάς

Ο Τζόναθαν είχε εμμονή με τη σκέψη της αδερφής του, της Κλέρι, από τότε που άκουσε για εκείνην. Όταν ο Βάλενταϊν του είπε ότι η Κλέρι βύθισε το πλοίο του, την ονειρεύτηκε (παρ'όλο που δεν ονειρευόταν συχνά) να σπέρνει τον όλεθρο όπως θα έκανε και εκείνος, και σε αυτό το όνειρο ήταν περήφανος για εκείνη. Πίστευε ότι η αδερφή του μπορεί να μην ήταν πολύ διαφορετική από τον ίδιο. Ενώ εκείνη τον μισούσε, ο Σεμπάστιαν την αγαπούσε και την νοιαζόταν (τουλάχιστον με τον τρόπο που ήξερε). Όχι μόνο αυτό, αλλά η έννοια της οικογένειας του Σεμπάστιαν ήταν επίσης διεστραμμένη, καθώς ήθελε να είναι μαζί με την Κλέρι, πιστεύοντας πραγματικά ότι ανήκαν μαζί, όχι μόνο ως αδερφή του αλλά και ως ερωμένη του. Ενώ οι δυο τους φάνηκαν να δένονται για λίγο κατά την διάρκεια του χρόνου που πέρασαν μαζί, η άποψη της Κλέρι για αυτόν ξανά επέστρεψε, αν δεν χειροτέρεψε, όταν αποκαλύφθηκαν οι πραγματικές του προθέσεις.

Τελικά, ήταν η Κλέρι αυτή που τον σκότωσε όταν εκμεταλλεύτηκε την επιθυμία του να είναι μαζί της. Όταν το σώμα και το μυαλό του καθαρίστηκαν από το δαιμονικό αίμα πριν πεθάνει, ο Σεμπάστιαν προσπάθησε να εξιλεωθεί για τις αμαρτίες του και ζήτησε συγγνώμη για την κακομεταχείριση που της έδειξε.

Θα έπρεπε να με αγαπάς. Είμαι γιος σου. Θα έπρεπε να με αγαπάς τώρα, όπως κι αν είμαι, είτε είμαι σαν αυτή είτε όχι...

–Ο Σεμπάστιαν στην Τζόσλιν, Πόλη της Ουράνιας Φωτιάς

Ο Σεμπάστιαν δεν σκεφτόταν πολύ τη μητέρα του, αν και την απεχθανόταν που δεν ήταν μαζί τους κατά τη διάρκεια της σκληρής ανατροφής του από τον Βάλενταϊν. Συχνά την έβλεπε ως τη γυναίκα που τον μισούσε και τον άφησε εξαιτίας αυτού. Αν και το έκανε γνωστό ότι αντιπαθούσε την μητέρα του, σκεφτόταν μερικές φορές πώς θα ήταν η ζωή του αν ήταν μαζί τους και, όπως και ο Βάλενταϊν, έτρεφε ελπίδες ότι τελικά θα ερχόταν με το μέρος τους ή ότι η Τζόσλιν θα τον αγαπούσε ακόμη. Ήταν ακόμη και ελαφρώς συναισθηματικός με αυτό καθώς κρατούσε στο δωμάτιό του το ασημένιο κουτί με τα αρχικά του, όπου η Τζόσλιν κράταγε τα αναμνηστικά του από όταν ήταν μωρό.

Ενώ ο Σεμπάστιαν κάηκε λόγω της Ουράνιας Φωτιάς, ο ετοιμοθάνατος Τζόναθαν ζήτησε συγγνώμη από τη μητέρα του για όλο το κακό και τον πόνο που είχε προκαλέσει ως Σεμπάστιαν, και της μίλαγε μέχρι και με έναν ειλικρινή και στοργικό τρόπο.

Δεν είναι ειρωνεία, Κλαρίσα; Ήμασταν τα παιδιά του Βάλενταϊν και μάς μισούσε. Εσένα επειδή του πήρες τη μητέρα μας μακριά του. Κι εμένα επειδή ήμουν αυτό ακριβώς που είχε δημιουργήσει.

–Ο Σεμπάστιαν στην Κλέρι, Πόλη της Ουράνιας Φωτιάς

Ο Βάλενταϊν πάντα ήθελε ο γιος του, ο Τζόναθαν, να είναι το δικό του προσωπικό ανθρώπινο όπλο. Μεγάλωσε σκληρά, εκπαιδεύτηκε αυστηρά για να βελτιώσει τις ανώτερες ικανότητές του που του αποδίδονταν από τα πειράματα που του έκανε ο Βάλενταϊν, ακόμη και από όταν ήταν στην κοιλιά της μητέρας του. Ο Βάλενταϊν χτυπούσε συχνά τον Τζόναθαν με μαστίγιο από δαιμονικό μέταλλο, για να του υπενθυμίζει τους "κινδύνους της υπακοής". Επειδή ο γιος του είχε δαιμονικό αίμα στον οργανισμό του, ο Βάλενταϊν πίστευε ότι δεν χρειαζόταν να δείξει στον Σεμπάστιαν έλεος, ανατρέφοντας τον έτσι με περισσότερη αγριότητα από τον Τζέις και με λιγότερη αυτοσυγκράτηση. Επίσης, λόγω του αίματος του και της έλλειψης συμπόνιας που είχε ο Σεμπάστιαν, ο Βάλενταϊν θεωρούσε τον Σεμπάστιαν ως ανώτερο από τον Τζέις, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο στη μάχη, καθώς ο Σεμπάστιαν ήταν προφανώς πιο αδίστακτος ενώ ο Τζέις είχε πάντα την τάση να νοιάζεται υπερβολικά. Αφού ο Βάλενταϊν αποδέχτηκε τον Σεμπάστιαν ως τον κύριο στρατιώτη του και όπλο του, τον έβαζε σχεδόν ολοκληρωτικά στα σχέδια του.

Παρά τη βάναυση ανατροφή του, ο Σεμπάστιαν φαινόταν να δείχνει κάποια στοργή και ανησυχία για τον πατέρα του (ίσως επειδή ο Βάλενταϊν ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε ποτέ ο Σεμπάστιαν).

Εγώ είμαι ο γιος του Βάλενταϊν. Ο Τζόναθαν Κρίστοφερ Μόργκενστερν. Δεν είχες ποτέ δικαίωμα σ' αυτό το όνομα. Είσαι ένα φάντασμα. Ένας ψεύτικος πρίγκιπας.

–Ο Σεμπάστιαν στον Τζέις, Γυάλινη Πόλη

Ο Σεμπάστιαν πάντα ήξερε ότι ο πατέρας του μεγάλωνε ένα άλλο αγόρι: τον Τζέις. Έβλεπε τον Τζέις ως "ένα υποκατάστατο", πιο αδύναμο σε σύγκριση με τον ίδιο. Πίστευε ότι ο Τζέις ήταν άχρηστος και ότι δεν του άξιζε το όνομα Μόργκενστερν. Επιπλέον, έδειξε μια ορισμένη εχθρότητα προς τον Τζέις και μια χροιά ζήλιας που ο Βάλενταϊν προτιμούσε τον Τζέις. Παρ' όλα αυτά, ανέπτυξε ένα συγκεκριμένο βαθμό συναισθηματικού και οικογενειακού δεσμού προς τον Τζέις, θεωρώντας τον κατά κάποιον τρόπο αδερφό του. Τα τελικά του σχέδια, που περιελάμβαναν τον ίδιο και την Κλέρι να κυβερνούν σε ένα βασίλειο μαζί, περιελάμβαναν επίσης εν μέρει τον Τζέις, από τον οποίο απαιτούσε να του υποταχθεί πλήρως και με προθυμία.

Εμφανίσεις[]

Γκαλερί[]

Ετυμολογία[]

Ενώ το όνομά του ήταν Τζόναθαν Κρίστοφερ, αποφάσισε να υιοθετήσει το όνομα Σεμπάστιαν, την ταυτότητα του οποίου είχε κλέψει για ένα διάστημα, ως μια πράξη περιφρόνησης εναντίον των γονιών του.

Το "Τζόναθαν" (αγγλικά: Jonathan) είναι ένα αρσενικό όνομα αγγλικής, γερμανικής, σουηδικής, νορβηγικής, δανικής, ολλανδικής, γαλλικής και βιβλικής προέλευσης. Σημαίνει "Δώρο Θεού". Εν τω μεταξύ, το όνομα "Κρίστοφερ" (αγγλικά: Christopher) είναι ένα αγγλικό όνομα που προέρχεται από το ελληνικό όνομα Χριστόφορος που σημαίνει "αυτός που φέρει τον Χριστό", ένας συνδυασμός του "Χριστός" και "φέρω". Οι πρώτοι Χριστιανοί το χρησιμοποιούσαν ως μεταφορικό όνομα, δηλώνοντας ότι έφεραν τον Χριστό στις καρδιές τους. Ως αγγλικό όνομα, το Κρίστοφερ χρησιμοποιείται γενικά από τον 15ο αιώνα.

Το "Μόργκενστερν" (αγγλικά: Morgenstern) είναι ένα γερμανικό επώνυμο που προέρχεται από τις Μεσαιωνικές γερμανικές λέξεις "morgen" που σημαίνει "πρωϊνό" και "stern" που σημαίνει "αστέρι". Σε συνδυασμό, το όνομα σημαίνει «αυτός που έζησε στο ζώδιο του πρωϊνού αστεριού". Θα μπορούσε επίσης να είναι Ασκεναζικής εβραϊκής προέλευσης, από το Γίντις "morgn-shtern", "morgnshtern" (מאָרגןשטערן) που επίσης μεταφράζεται σε "πρωϊνό αστέρι". Η οικογένεια έχει συνδέσει το νόημά της με το εδάφιο της Βίβλου Ησαΐας 14:12, το οποίο δηλώνει: "Πώς έπεσες από τον ουρανό, Εωσφόρε, γιε τής αυγής! Συντρίφτηκες καταγής, εσύ που καταπατούσες τα έθνη!". Είναι στίχοι που ο Σεμπάστιαν και ο Βάλενταϊν έπαιρναν στην κυριολεξία και τους αποδέχονταν ως την ιστορία της οικογένειάς τους.[8][4][5]

Ασήμαντα[]

  • Ο Σεμπάστιαν, εκτός από Αγγλικά, ήξερε Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Ρώσικα, Ρουμάνικα, Τσέχικα και, πιθανόν, και άλλες γλώσσες.[1][4]
  • Το αγαπημένο όπλο του Σεμπάστιαν ήταν η σπάθα (broadsword)∙ κυρίως ο Φαεσφώρος.[2]

Παραπομπές[]

Advertisement