| “ | Έδωσα τα πάντα γι' αυτόν το σκοπό. Τη γυναίκα μου. Τα παιδιά μου. Στερήθηκα τους γιους μου. Έδωσα τα πάντα γι' αυτό... Τα πάντα. | ” |
–Ο Βάλενταϊν στον Ραζιήλ, Γυάλινη Πόλη | ||
Ο Βάλενταϊν Μόργκενστερν ήταν ο σύζυγος της Τζόσλιν Φρέι και ο πατέρας του Σεμπάστιαν και της Κλέρι. Ένας υπέρμαχος εναντίον των Πλασμάτων του Σκότους, ο Βάλενταϊν οδήγησε τον Κύκλο με κύριο στόχο να απαλλάξει τον κόσμο από αυτούς. Μετά την αρχική του αποτυχία, ο νέος του στόχος ήταν να αναμορφώσει όλους τους Κυνηγούς των Σκιών.
Βιογραφία[]
Παιδικά χρόνια[]
Ο Βάλενταϊν Μόργκενστερν γεννήθηκε από τον Όσκαρ και τη Σεραφίνα Μόργκενστερν. Φαινομενικά από πλούσια οικογένεια, μεγάλωσε στην Άιντρις και πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε μια κοιλάδα όχι μακριά από τη λίμνη Λιν. Ο πατέρας του τον μεγάλωσε ως πολεμιστή, με αποτέλεσμα ο Βάλενταϊν να τον μισήσει αλλά και να τον αγαπήσει.[1] Όταν μεγάλωσε αρκετά, ο Βάλενταϊν παρακολούθησε την Ακαδημία των Κυνηγών Σκιών στο Αλικάντε και διέπρεψε. Η όμορφη εμφάνισή του, το χάρισμα και η γοητεία του τον έκαναν δημοφιλή τόσο στο διδακτικό προσωπικό όσο και στους συμφοιτητές του. Με τη χειραγωγική και χαρισματική προσωπικότητά του, ο Βάλενταϊν απέκτησε γρήγορα πολλούς οπαδούς. Συγκεκριμένα, ο Βάλενταϊν έκανε φίλους μια μεγάλη ομάδα μη-δημοφιλών και απόκληρων φοιτητών, με τους οποίους σύντομα δημιούργησε τον Κύκλο, μια οργάνωση με στόχο τη μεταρρύθμιση τόσο των νόμων όσο και της κοινωνίας του κόσμου των Κυνηγών Σκιών.
Αυτός ο στόχος άλλαξε, ωστόσο, μετά τον θάνατο του πατέρα του Βάλενταϊν, ο οποίος υποτίθεται ότι σκοτώθηκε από έναν λυκάνθρωπο. Το περιστατικό άλλαξε τον Βάλενταϊν προς το χειρότερο και τελικά διαμόρφωσε τις απόψεις και την υπεράσπισή του εναντίον των Πλασμάτων του Σκότους. Ο κεντρικός απώτερος στόχος του Κύκλου άλλαξε από την αναμόρφωση του Σκιώδη Κόσμου στην καταστροφή όλων των Πλασμάτων του Σκότους, με την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι ήταν τα ανώτερα όντα στον πλανήτη. Οι εξτρεμιστικές πεποιθήσεις του Βάλενταϊν εντάθηκαν σε σημείο που έφτασε να πιστεύει ότι τα Πλάσματα του Σκότους ήταν δαίμονες σε ανθρώπινη μορφή που θα έπρεπε να εξοντωθούν εντελώς για να "εξαγνιστεί" ο κόσμος.[2] Έφτασε μάλιστα στο σημείο να λέει ψέματα για τα εγκλήματα ορισμένων Πλασμάτων του Σκότους για να δώσει στον Κύκλο μια αφορμή να τους σκοτώσουν, δικαιολογώντας έτσι τις δολοφονίες μπροστά στο Κονκλάβιο, αν και οι περισσότεροι από τους οπαδούς του δεν το γνώριζαν αυτό τότε και πίστευαν ότι αυτά τα (υποτιθέμενα) εγκλήματα ήταν αλήθεια.[3]
Μέσα από όλα αυτά, ο Βάλενταϊν ήρθε ιδιαίτερα κοντά με τον Λούσιαν Γκρέιμαρκ, ο οποίος σύντομα έγινε ο παραμπατάι του, και με την καλύτερη φίλη του δεύτερου, την Τζόσλιν Φέρτσαϊλντ. Στην νεαρή ηλικία των δεκαεννέα ετών, παντρεύτηκε την Τζόσλιν και μετακόμισε στο αρχοντικό των Φέρτσαϊλντ για να είναι μαζί της. Στο κελάρι του νέου του σπιτιού, ο Βάλενταϊν διεξήγαγε κρυφά τα περισσότερα πειράματά του στα Πλάσματα του Σκότους, στους δαίμονες και στον άγγελο Ιθουριήλ, τον οποίο κατάφερε με κάποιο τρόπο να καλέσει, να φυλακίσει και να βασανίσει για πληροφορίες σχετικά με τον Θανάσιμο Καθρέφτη. Ο Βάλενταϊν άρχισε, επίσης, να μελετά μαγεία και είχε μάθει να κάνει ξόρκια∙ άρχισε να καλεί δαίμονες και αγγέλους και συνέχισε να δημιουργεί μαγικά αντικείμενα.
Πειράματα[]
Μέσω των πειραμάτων του, ο Βάλενταϊν ανακάλυψε ότι η κατανάλωση ή η κατάποση του αίματος δαιμόνων και αγγέλων είχε ποικίλα αποτελέσματα. Το δαιμονικό αίμα ενίσχυε τις δυνάμεις του για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, και το αγγελικό αίμα του έδωσε επίσης προσωρινή απίστευτη δύναμη και ένα αίσθημα ξαφνικής ευφορίας και ευτυχίας. Γνωρίζοντας ότι αυτά είχαν ελάχιστα αποτελέσματα σε αυτόν επειδή ήταν ενήλικας, αποφάσισε να κάνει τα πειράματά του ένα βήμα παραπέρα.
Όταν ο Βάλενταϊν ανακάλυψε ότι η Τζόσλιν ήταν έγκυος στον πρώτο του γιο, οι πρόσφατες ανακαλύψεις του τον ενέπνευσαν να πειραματιστεί στο παιδί τους. Κάλεσε τον Ανώτερο Δαίμονα, την Λίλιθ, και της ζήτησε το αίμα της για να το χρησιμοποιήσει στο αγέννητο παιδί του, ελπίζοντας να δημιουργήσει έναν προσωπικό στρατιώτη, ο οποίος θα ήταν ο δυνατότερος Νεφίλιμ πολεμιστής. Αν και η Λίλιθ προειδοποίησε τον Βάλενταϊν ότι το αίμα της θα έκαιγε τελικά όλη την ανθρωπιά στο παιδί του, ο Βάλενταϊν δεν συνειδητοποίησε πόσο αληθινή ήταν η προειδοποίηση της παρά πολύ αργότερα.
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της Τζόσλιν, της έδινε δόσεις από το αίμα της Λίλιθ στο φαγητό και τα ποτά της χωρίς να το γνωρίζει, ελπίζοντας ότι το αίμα θα είχε μια πιο βαθιά επίδραση σε ένα αγέννητο παιδί από ότι στον εαυτό του. Δυστυχώς, η Τζόσλιν βίωνε επίσης παρενέργειες από την κατάποση του δαιμονικού αίματος της Λίλιθ, συμπεριλαμβανομένων έντονων και τρομακτικών εφιαλτών. Ξαφνικά καχύποπτη για τις παράξενες ενέργειες του συζύγου της, η Τζόσλιν είπε στον Λουκ για τους φόβους της, που οδήγησαν τον Λουκ να έρθει αντιμέτωπος με τον παραμπατάϊ του σχετικά με όσα του είπε. Συνειδητοποιώντας ότι η γυναίκα του και ο φίλος του γνώριζαν πάρα πολλά για τις μυστικές του δραστηριότητες, ο Βάλενταϊν κατάφερε να πείσει την Τζόσλιν να εγκαταλείψει τις ανησυχίες της για εκείνον. Αργότερα πήρε τον Λουκ μαζί του σε μια επιδρομή αγέλης λυκανθρώπων, όπου άφησε τον Λουκ να τον δαγκώσουν.
Ο Βάλενταϊν, η Τζόσλιν και ο Λουκ περίμεναν εβδομάδες για να δουν αν είχε κολλήσει λυκαθρωπία από το δάγκωμά του, και μετά από την πρώτη πανσέληνο, έγινε σαφές ότι είχε όντως Μεταμορφωθεί. Ο Βάλενταϊν, όταν έμαθε ότι ο Λουκ ήταν πράγματι λυκάνθρωπος, τον οδήγησε στο πλησιέστερο δάσος και, αφού του έδωσε το δικό του κιντζάλ, του είπε να αυτοκτονήσει, καθώς δεν μπορούσε να το κάνει ο ίδιος. Στη συνέχεια ο Βάλενταϊν άφησε τον Λουκ, πιστεύοντας ότι ο Λουκ θα επέλεγε να πεθάνει αντί να συνεχίσει να ζει τη ζωή του ως Πλάσμα του Σκότους. Μη γνωρίζοντας ότι ο Λουκ δεν μπόρεσε να το κάνει, ο Βάλενταϊν είπε σε όλους ότι ο Λουκ είχε αυτοκτονήσει από ντροπή επειδή προσβλήθηκε από λυκαθρωπία.[4]
Μετά τον "θάνατο" του Λουκ, ο Βάλενταϊν διόρισε τον Στέφεν Χέροντεϊλ ως το νέο δεξί του χέρι. Ως νέος υπολοχαγός του, ο Βάλενταϊν έστειλε εκείνον, τον Ρόμπερτ Λάιτγουντ και την Σελίν Μονκλέρ στην Αγορά των Σκιών του Παρισιού για να εντοπίσουν τη Ντομινίκ ντου Φρουάντ και να βρουν στοιχεία για τις επιχειρηματικές της συναλλαγές με δύο απατεώνες Κυνηγούς Σκιών. Υποστήριξε ότι της έδιναν αίμα και κομμάτια από Πλάσματα του Σκότους σε αντάλλαγμα για παράνομες υπηρεσίες και χρειαζόταν απλώς αποδείξεις. Αν και τίποτα από αυτά δεν ήταν αλήθεια. Αργότερα εξήγησε στη Σελίν (καθώς εκείνη τον έπιασε) ότι συναλλασσόταν με την Ντομινίκ για να παγιδεύσει δύο Κυνηγούς Σκιών—που αργότερα αποδείχτηκε ότι ήταν οι γονείς της Σελίν, η Λιζέτ και ο Τζουλς Μονκλέρ. Υποστήριξε ότι ενώ ήταν αθώοι για αυτό το συγκεκριμένο έγκλημα, ήταν ένοχοι για ένα πολύ μεγαλύτερο: στάθηκαν εμπόδιο στον Κύκλο και προσπάθησαν να καταστρέψουν τον Βάλενταϊν. Έκανε να φαίνεται ότι ενεργούσε από αυτοάμυνα σχεδιάζοντας τη δολοφονία τους στο δρόμο τους προς τη Σιωπηλή Πόλη για να δικαστούν.
Στη συνέχεια ο Βάλενταϊν προχώρησε στη χειραγώγηση της Σελίν (όπως έκανε συχνά στους οπαδούς του όταν άρχισαν να τον αμφισβητούν) λέγοντας της ότι ήταν ο μόνος που την καταλάβαινε, ότι ήταν ξεχωριστή και ότι ο Κύκλος ήταν η μόνη οικογένεια που είχε ποτέ και που την φρόντισε πραγματικά. Στη συνέχεια, της έδωσε μια επιλογή: θα μπορούσε να πει στο Κονκλάβιο την αλήθεια και να χάσει εκείνη την οικογένεια για να σώσει δύο «αθώους» ανθρώπους, ή θα μπορούσε να κρατήσει το μυστικό, να μείνει πιστή σε αυτόν και εκείνος, σαν αντάλλαγμα, θα έβαζε τον Στέφεν να αφήσει τη γυναίκα του για εκείνη. Η Σελίν επέλεξε την δεύτερη επιλογή[5] και ο Βάλενταϊν κράτησε το δικό του μέρος της συμφωνίας. Έπεισε τον Στέφεν να αφήσει την Άματις ισχυριζόμενος ότι ήταν μια ακατάλληλη σύζυγος για τον ανώτατο υπολοχαγό του, καθώς ήταν η αδερφή του Λουκ και έτσι είχε ανεπιθύμητους δεσμούς με ένα Πλάσμα του Σκότους. Ο Στέφεν ξεκίνησε τελικά μια σχέση με τη Σελίν και, λίγο μετά τον γάμο τους, η Σελίν έμεινε έγκυος.[6] Θέλοντας να μάθει τη διαφορά μεταξύ ενός παιδιού Κυνηγού Σκιών εκτεθειμένο σε δαιμονικό αίμα και ενός παιδιού εκτεθειμένο σε αγγελικό αίμα, ο Βάλενταϊν άρχισε επίσης να διεξάγει ένα άλλο πείραμα στον αγέννητο γιο του Στέφεν και της Σελίν. Έδωσε στη Σελίν, οπότε και στο παιδί, δόσεις από το αγγελικό αίμα του Ιθουριήλ, με το πρόσχημα ότι ήταν φίλτρα και φάρμακα για το παιδί της.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Τζόσλιν είχε ήδη γεννήσει τον πρωτότοκο γιο τους, τον οποίο ο Βάλενταϊν ονόμασε Τζόναθαν Κρίστοφερ. Ενώ ο Βάλενταϊν λάτρευε το παιδί του, αν και ο Τζόναθαν ήταν βασικά το πείραμά του, η Τζόσλιν ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του. Ήταν εξαιρετικά αναστατωμένη από τα άψυχα μαύρα μάτια του Τζόναθαν, την απόκοσμη σιωπή του και την ήρεμη συμπεριφορά του και υπέφερε από έντονη κατάθλιψη και ενοχές για την αποστροφή που ένιωθε προς το ίδιο το παιδί της. Θέλοντας να καταπραΰνει τον πόνο και την απελπισία της, ο Βάλενταϊν έριχνε στο φαγητό της αγγελικό αίμα από τον Ιθουριήλ με την ελπίδα ότι θα βοηθούσε στο να βελτιωθεί η κατάσταση της. Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό, ώσπου, εν αγνοία του, η Τζόσλιν έμεινε ξανά έγκυος και εκτέθηκε στο αίμα του Ιθουριήλ με τον ίδιο τρόπο όπως ο γιος του Στέφεν και της Σελίν, κάνοντας το δεύτερο παιδί τους ένα άλλο, αν και ακούσιο, προγεννητικό πείραμα.
Ο Βάλενταϊν κανόνισε αργότερα να σκοτωθεί ο Στέφεν κατά τη διάρκεια μιας επιδρομής, καθώς προφανώς είχε εξυπηρετήσει τον σκοπό του. Αφού παρέδωσε στην Σελίν την είδηση του θανάτου του Στέφεν, η Σελίν φέρεται να έκοψε τους καρπούς της και αιμορράγησε μέχρι θανάτου. Από την απελπισία του να σώσει το πείραμά του, ο Βάλενταϊν, με τη βοήθεια του Χοτζ, κατάφερε να βγάλει από την κοιλιά της το παιδί, το οποίο είχε καταφέρει από θαύμα να επιβιώσει λόγω της υψηλής συγκέντρωσης αγγελικού αίματος στις φλέβες του. Τότε ο Χοτζ τον φρόντισε προσωρινά μέχρι να επιστρέψει ο Βάλενταϊν.
Η Εξέγερση[]
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα σχέδια του Κύκλου πήραν μια τρομακτική τροπή, με τον Βάλενταϊν να προωθεί ένα σχέδιο καταστροφής όλων των Πλασμάτων του Σκότους προκειμένου να περάσει ένα ισχυρό μήνυμα στο Κονκλάβιο. Το σχέδιο ήταν απλό: ο ίδιος, μαζί με τους οπαδούς του, θα παγίδευαν τα Πλάσματα του Σκότους στην Αίθουσα των Συνθηκών τη στιγμή που θα υπογράφονταν οι Συνθήκες, όπου θα τους νικούσαν εύκολα, καθώς δεν επιτρεπόταν κανένα όπλο στην Αίθουσα των Συνθήκων.
Δυστυχώς γι' αυτόν, η Τζόσλιν, που είχε απογοητευτεί εδώ και καιρό με την αποστολή του Βάλενταϊν και του Κύκλου, συνωμότησε με τον Ράγκνορ Φελ, για την προστασία της, και με τον Λουκ, τον οποίο βρήκε ζωντανό μαζί με τον Ράγκνορ. Αυτή και ο Λουκ συναντήθηκαν με άλλα Πλάσματα του Σκότους για να τους προειδοποιήσουν για τα σχέδια του Κύκλου και να φτιάξουν το δικό τους σχέδιο με τις εμπιστευτικές πληροφορίες που παρείχε η Τζόσλιν. Μαζί, τα Πλάσματα του Σκότους μπόρεσαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους με το υπόλοιπο Κονκλάβιο και να οπλιστούν πριν από τη μάχη, με αποτέλεσμα τελικά τον θάνατο των περισσότερων μελών του Κύκλου, καθώς και πολλών Πλασμάτων του Σκότους. Αυτό το γεγονός καταγράφηκε αργότερα στην ιστορία των Νεφίλιμ ως η Εξέγερση.
Ψευδής θάνατος[]
Συνειδητοποιώντας την προδοσία της συζύγου του και γνωρίζοντας ότι το Κονκλάβιο θα ήθελε πολύ να τον τιμωρήσει για τα εγκλήματά του, ο Βάλενταϊν έκαψε το αρχοντικό των Φέρτσαϊλντ και προσποιήθηκε τον θάνατο του, καθώς και του γιου του Τζόναθαν, τοποθετώντας το κολιέ του στο λαιμό του συναδέλφου του στον Κύκλο, στον Μάικλ Γουέιλαντ, και παγιδεύοντας αυτόν και τον μικρό γιο του στη δαιμονική φωτιά που άναψε στο σπίτι. Όταν εξέτασαν τα λείψανα, διαπιστώθηκε ότι ο Βάλενταϊν και ο Τζόναθαν, καθώς και οι γονείς της Τζόσλιν, σκοτώθηκαν στην πυρκαγιά.[4]
Κλέβοντας την ταυτότητα του Μάικλ Γουέιλαντ, μετακόμισε στο αρχοντικό των Γουέιλαντ όπου μεγάλωσε τον γιο του Στέφεν και της Σελίν. Ανέθρεψε το αγόρι, το οποίο μεγάλωσε με το όνομα Τζόναθαν Γουέιλαντ, με σκληρότητα αλλά και με λίγη αγάπη και καλοσύνη. Όσο για τον πραγματικό του γιο, τον Τζόναθαν, τον μεγάλωσε βάναυσα και χωρίς τύψεις σε ένα μικρό απομακρυσμένο εξοχικό έξω από το Αλικάντε.
Τα δύο αγόρια πέρασαν δέκα χρόνια εκπαίδευσης. Τελικά, ο Βάλενταϊν συνειδητοποίησε ότι ο Τζέις ήταν "πολύ μαλθακός" για τα σχέδια που ετοίμαζε, και έτσι έπρεπε να απαλλαγεί από τον Τζέις προτού μπορέσει να συνεχίσει το πρόγραμμά του. Σχεδίαζε να στείλει τον Τζέις στους Λάιτγουντ, γνωρίζοντας ότι αφού ο Μάικλ Γουέιλαντ ήταν ο παραμπατάι του Ρόμπερτ Λάιτγουντ, θα δέχονταν τον γιο του Μάικλ, όπου θα ανατρεφόταν με αγάπη και θα του δινόταν η καλύτερη ευκαιρία. Ο Βάλενταϊν τον έστειλε επίσης εκεί σε περίπτωση που θα ερχόταν η στιγμή που θα χρειαζόταν τον Τζέις ως κατάσκοπο ή δόλωμα. Για να έχει μια βάσιμη δικαιολογία, ο Βάλενταϊν, με τη βοήθεια του Έμιλ Πάνγκμπορν και του Σαμουέλ Μπλάκγουελ, σκηνοθέτησε ξανά τον θάνατο του ως Μάικλ Γουέιλαντ μπροστά στον Τζέις. Ο Τζέις στη συνέχεια στάλθηκε στο Ινστιτούτο της Νέας Υόρκης, όπως ήταν αναμενόμενο, και τέθηκε υπό τη φροντίδα της οικογένειας Λάιτγουντ.
Ο Βάλενταϊν είχε μείνει από τότε στο εξοχικό τους σπίτι με τον Τζόναθαν, όπου ήταν σε θέση να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην εκπαίδευση του δαιμονικού γιου του. Τον εκπαίδευσε τόσο στην τέχνη του φόνου όσο και στην εξαπάτηση, ενσταλάζοντας του τα ιδεώδη του και δημιουργώντας τον ως το όπλο που ήλπιζε ότι θα ήταν. Ωστόσο, στην πορεία, ο Βάλενταϊν συνειδητοποίησε επίσης ότι, λόγω του δαιμονικού του αίματος, ο Τζόναθαν ήταν πιο σκληρός από ότι ήλπιζε, και ότι ακόμη και για τα σχέδιά του, ο Τζόναθαν ήταν πολύ σκοτεινός και σατανικός.
Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Βάλενταϊν δεν έπαψε ποτέ να αγαπά την Τζόσλιν. Κάποια στιγμή, απέκτησε ένα διάστατο διαμέρισμα και της ετοίμασε ένα δωμάτιο και ρούχα, για την περίπτωση που αποφάσιζε ποτέ να επιστρέψει κοντά του.
Επανεμφάνιση[]
Ο Βάλενταϊν επανεμφανίστηκε στο ραντάρ επτά χρόνια αργότερα, η παρουσία του αναγνωρίστηκε και διαδόθηκε στους δαίμονες και στον κόσμο των Πλασμάτων του Σκότους, ιδιαίτερα στη Νέα Υόρκη, όπου η σύζυγός του και ο πρώην παραμπατάι του είχαν εγκατασταθεί. Ο Βάλενταϊν είχε από τότε αναπτύξει ένα πιο ακραίο ιδανικό: να απαλλάξει τον κόσμο από τους «μολυσμένους» Κυνηγούς Σκιών και να τους αντικαταστήσει με έναν νέο στρατό. Προς το παρόν, ωστόσο, ο Βάλενταϊν έπρεπε να συμβιβαστεί με ένα στρατό από δαίμονες και Καταραμένους, μερικούς από τους παλιούς οπαδούς του και, φυσικά, με τον Τζόναθαν.
Το σχέδιό του ήταν να αποκτήσει τα Θανάσιμα Αντικείμενα για να καλέσει τον Άγγελο Ραζιήλ και να του ζητήσει να δημιουργήσει μια νέα φυλή Κυνηγών Σκιών. Ξεκίνησε με το Θανάσιμο Κύπελλο, το οποίο η Τζόσλιν είχε πάρει μαζί της στη Νέα Υόρκη όταν έφυγε από την Άιντρις μετά την Εξέγερση. Ωστόσο, η Τζόσλιν τον αντιλήφθηκε και είχε πιει ένα φίλτρο που την έβαλε σε ένα βαθύ κώμα για να τον εμποδίσει από το να μπορέσει να τη βασανίσει για πληροφορίες σχετικά με το πού είχε κρύψει το Θανάσιμο Κύπελλο. Παρ'όλα αυτά, ο Βάλενταϊν πήρε το κωματώδη σώμα της Τζόσλιν και την κράτησε μαζί του στο Ρένγουικ. Αρχικά, όταν είπαν στον Βάλενταϊν για την κόρη της Τζόσλιν, την Κλέρι, εκείνος υπέθεσε ότι ήταν το παιδί της Τζόσλιν και του Λουκ και όχι δική του κόρη, αν και τελικά ανακάλυψε την αλήθεια.
Μέσω του Χοτζ Στάρκγουεδερ, ενός πρώην πιστού οπαδού του Κύκλου, στον οποίο ο Βάλενταϊν είχε υποσχεθεί να τον ελευθερώσει από την κατάρα του, ο Βάλενταϊν μπόρεσε να κατασκοπεύσει τα μέλη του Κονκλαβίου του Ινστιτούτου της Νέας Υόρκης και όταν τελικά η Κλέρι, ο Τζέις και τα Λάιτγουντ αδέρφια βρήκαν και πήραν το Κύπελλο από τη Μαντάμ Δωροθέα, ο Χοτζ του έδωσε το Κύπελλο, με αντάλλαγμα ο Βάλενταϊν να άρει την κατάρα του Χοτζ. Ο Βάλενταϊν πήρε μαζί του και τον Τζέις, ο οποίος τον αναγνώρισε αμέσως ως τον άνθρωπο που τον μεγάλωσε. Αν και ο Τζέις ξαφνιάστηκε, ο Βάλενταϊν κέρδισε εύκολα την εμπιστοσύνη του με ψέματα∙ είπε στον Τζέις ότι κάποιος είχε μάθει την αλήθεια γι' αυτόν πριν από χρόνια και του έστειλε ένα γράμμα σχετικά με αυτό και ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να προσποιηθεί τον θάνατό του για να ξεφύγει από τις απαιτήσεις του εκβιαστή.
Τελικά, η Κλέρι και ο Λουκ ανακάλυψαν ότι ο Βάλενταϊν έμενε στο Ρένγουικ. Μαζί με τη νέα αγέλη λυκανθρώπων του Λουκ, έσπευσαν να σώσουν τον Τζέις και την Τζόσλιν. Όταν επιτέλους συναντήθηκαν, ο Βάλενταϊν το απόλαυσε που "έπαιξε" με τα συναισθήματά τους και τους έφερε δυστυχία. Αποκάλυψε στην Κλέρι ότι ήταν ο πατέρας της και ότι εκείνη και ο Τζέις ήταν βιολογικά αδέρφια. Ο Λουκ, με την εσφαλμένη εικασία ότι ο Τζέις ήταν ο Τζόναθαν, της το επιβεβαίωσε. Ο Βάλενταϊν συνελήφθη για λίγο, αν και ψευδώς, από τον Λουκ που ήθελε να πάει μαζί του στην Άιντρις για να πάρει πίσω το Κύπελλο.
Ωστόσο, η κατάσταση αναστρέφηκε όταν ο Βάλενταϊν σκότωσε τον Άλαρικ και ο Λουκ επέλεξε τελικά να μείνει με τον πεσμένο σύντροφό του. Ο Τζέις, ο οποίος είχε στραφεί εναντίον του αφού ενημερώθηκε για το σκοτεινό παρελθόν του Βάλενταϊν, προσπάθησε να πάρει τη θέση του Λουκ καθώς ο Βάλενταϊν έμπαινε στην Πύλη, αλλά σταμάτησε μόνο επειδή όλοι γνώριζαν ότι ο Τζέις δεν θα μπορούσε ποτέ να νικήσει τον Βάλενταϊν στη μάχη. Με μια τελευταία προσπάθεια, προσπάθησε να πείσει τον Τζέις να έρθει μαζί του. Όταν ο Τζέις αρνήθηκε, πήρε το οπλισμένο χέρι του Τζέις και τοποθέτησε τη λεπίδα σεράφ στο στήθος του, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο Τζέις δεν θα το είχε μέσα του να σκοτώσει τον άντρα που τον μεγάλωσε. Μετά από αυτό, περπάτησε μέσα στην Πύλη και κατέστρεψε γρήγορα τον καθρέφτη της Πύλης για να τους εμποδίσει από το να τον ακολουθήσουν.[2]
Η επόμενη φάση του σχεδίου του Βάλενταϊν ήταν να κλέψει το Θανάσιμο Ξίφος και να το μετατρέψει σε δαιμονικό, με το οποίο θα μπορούσε στη συνέχεια να το χρησιμοποιήσει για να καλέσει και να ελέγξει δαίμονες για να τους χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς. Για να το πετύχει αυτό, χρειάστηκε να εκτελέσει μια διαδικασία που ονομάζεται Τελετή της Μετατροπής της Κολάσεως, χρησιμοποιώντας το αίμα των παιδιών των Πλασμάτων του Κόσμου από καθένα από τα τέσσερα είδη. Για να τον βοηθήσει στους στόχους του, κάλεσε τον Ανώτερο Δαίμονα του Φόβου, τον Αγράμων, με την βοήθεια του Ιλάιας, ενός νεαρού μάγου που σκοτώθηκε από τον δαίμονα μετά την κλήση. Μόλις σκοτώθηκε ο Ιλάιας, ο Βάλενταϊν πήρε το αίμα του, ως παιδί της Λίλιθ, για να χρησιμοποιηθεί ως το πρώτο βήμα στην τελετουργία.
Με τη βοήθεια του Αγράμων, ο Βάλενταϊν μπόρεσε να κλέψει το Ξίφος από την Σιωπηλή Πόλη, σκοτώνοντας αρκετούς Σιωπηλούς Αδερφούς στη διαδικασία και εμπλέκοντας τον Τζέις, που είχε κλειδωθεί στην Σιωπηλή Πόλη από την Ανακρίτρια Χέροντεϊλ για την ανυπακοή του, ως συνεργό, παρόλο που εκείνος δεν είχε κανένα ρόλο στο θέμα. Το επόμενο παιδί που προσπάθησε να πιάσει ήταν ένας λυκάνθρωπος, ονόματι Τζόσεφ, τον οποίο βρήκε και σκότωσε έξω από το Φεγγάρι του Κυνηγού. Δυστυχώς για εκείνον, τον διέκοψε ο Μπατ Βελάσκεθ, ο οποίος τον έπιασε να αποστραγγίζει τον μικρό, αναγκάζοντας τον Βάλενταϊν και τον Αγράμων να φύγουν πριν προλάβουν να πάρουν αρκετό αίμα. Αν και αυτό τον καθυστέρησε ελαφρώς, ο Βάλενταϊν συνέχισε τα σχέδιά του και κατάφερε να σκοτώσει και να στραγγίσει το αίμα μιας νεαρής νεράιδας στο Σέντραλ Παρκ.
Για να εκδικηθεί την Κλέρι, τον Τζέις και τους φίλους τους, ο Βάλενταϊν αιχμαλώτισε τον νεαρό φίλο τους και Πλάσμα του Σκότους, τον Σάιμον Λιούις, έναν βρικόλακα, και την Μάγια Ρόμπερτς, μια λυκάνθρωπο. Τους πήγε στο πλοίο του στον Ανατολικό Ποταμό, το οποίο όχι μόνο προστατευόταν από μια ορδή δαιμόνων, αλλά ήταν και μη ανιχνεύσιμο λόγω του νερού. Κάποια στιγμή, ο Βάλενταϊν προσπάθησε ξανά να πείσει τον Τζέις να έρθει με το μέρος του, χωρίς αποτέλεσμα.
Θανάσιμος Πόλεμος[]
Μεταθανάτια[]
Προσωπικότητα και χαρακτηριστικά[]
Εξωτερική εμφάνιση[]
Με ύψος γύρω στο 1.83, ο Βάλενταϊν περιγράφεται ως ένας τρομακτικός άντρας με προτεταμένο στέρνο και δεμένα, μυώδη χέρια. Θεωρούμενος όμορφος και ωραίος, ο Βάλενταϊν είχε έντονα χαρακτηριστικά, ένα σχεδόν τριγωνικό πρόσωπο με ένα σκληρό, μυτερό πιγούνι, μαύρα μάτια και μαλλιά τόσο ανοιχτόχρωμα που ήταν σχεδόν λευκά.
Ικανότητες[]
Υπάρχοντα[]
Σχέσεις[]
Οικογένεια[]
Εχθροί[]
Ακόλουθοι[]
Εμφανίσεις[]
- Το Κακό που Αγαπάμε (αναδρομή στο παρελθόν)
- Οι Κακοί
- Η Τελευταία Στάση του Ινστιτούτου της Νέας Υόρκης
- Γιος της Αυγής (αναφέρθηκε μόνο)
- Πόλη των Οστών (πρώτη εμφάνιση)
- Πόλη των Οστών: Γκράφικ Νόβελ (αναφέρθηκε και εικονογραφήθηκε)
- Τα Θανάσιμα Εργαλεία: Γκράφικ Νόβελ (Τόμος 1) (αναφέρθηκε μόνο)
- Τα Θανάσιμα Εργαλεία: Γκράφικ Νόβελ (Τόμος 2)
- Τι να Αγοράσεις Στον Κυνηγό Σκιών Που Έχει τα Πάντα (αναφέρθηκε μόνο)
- Γυάλινη Πόλη
- Οι Κόκκινοι Πάπυροι της Μαγείας (αναφέρθηκε μόνο)
- Πόλη των Έκπτωτων Αγγέλων (αναφέρθηκε μόνο)
- Πόλη των Χαμένων Ψυχών (αναφέρθηκε μόνο)
- Πόλη της Ουράνιας Φωτιάς (αναφέρθηκε μόνο)
- Καλώς Ήρθατε στην Ακαδημία των Κυνηγών Σκιών (υπονοήθηκε)
- Ο Χαμένος Χέροντεϊλ (αναφέρθηκε μόνο)
- Γεννημένος σε μία Ατελείωτη Νύχτα (αναφέρθηκε μόνο)
- Το Χαμένο Λευκό Βιβλίο (αναφέρθηκε μόνο)
- Η Γη που Έχασα (αναφέρθηκε μόνο)
- Κυρία του Μεσονυκτίου (αναφέρθηκε μόνο)
- Άρχοντας των Σκιών (αναφέρθηκε μόνο)
- Η Βασίλισσα του Αέρα και του Σκότους (αναφέρθηκε μόνο)
- Για Πάντα Έκπτωτος (αναφέρθηκε μόνο)
- Τα Μυστικά της Οικίας Μπλάκθορν (αναφέρθηκε μόνο)
Γκαλερί[]
Ασήμαντες πληροφορίες[]
- Στο πρώτο προσχέδιο της Γυάλινης Πόλης, πριν γραφτεί ο επίλογος, ο Λουκ και οι άλλοι πήγαν στη λίμνη και βρήκαν τον Βάλενταϊν νεκρό. Σε αυτό το διαγραμμένο μέρος, ο Λουκ θρήνησε για τον Βάλενταϊν∙ έκλεισε τα μάτια του και τον αποχαιρέτισε με τον τρόπο των Κυνηγών Σκιών, λέγοντας: "Ave atque vale, Κυνηγέ Σκιών".
- Στον ονειρικό κόσμο της Κλέρι, ο Βάλενταϊν ήταν ήρωας στον πόλεμο εναντίον του Χοτζ. Πέθανε σώζοντας το Κονκλάβιο και το Θανάσιμο Κύπελλο.
- Σύμφωνα με τον Τζέις, το προσωπικό μότο του Βάλενταϊν ήταν το μότο των Σταυροφόρων: Deus volt - "επειδή το θέλει ο Θεός".[2]
- Ο Βάλενταϊν ήταν ένας επιδέξιος ξυλογλύπτης στα νιάτα του. Δημιούργησε ένα σετ σκακιού από κόκαλο και κέρατο όταν ήταν δεκατεσσάρων. Το κομμάτι θεωρήθηκε το αριστούργημά του, αλλά εγκατέλειψε την τέχνη λίγο μετά.[7]
- Σύμφωνα με την Κασσάνδρα Κλερ στο διαδίκτυο, ο Βάλενταϊν μπορεί να δολοφόνησε τη Σελίν Χέροντεϊλ∙ αντί να αυτοκτόνησε η ίδια.
- Ο Χοτζ Στάρκγουεδερ υποτίθεται ότι το υπαινίσσεται στην Γυάλινη Πόλη όταν μιλούσε για το ότι στάθηκε πάνω από "το σώμα μιας νεκρής γυναίκας" με ματωμένα χέρια.
Παραπομπές[]
| Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί περιεχόμενο από μία σελίδα από την Αγγλική Shadowhunters Wiki. Δες το ιστορικό της σελίδας. |






